Καλώς Ήρθατε,

Ads 468x60px

Δύο αδέλφια στην ξενιτιά,





Στο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα των Ελλήνων προς την Αμερική, από το 1890 έως 1910 περίπου, εκατοντάδες Έλληνες ταξίδεψαν για τη γη της επαγγελίας, για ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο.
Ανάμεσα τους και πολλά παιδιά, τα έστελναν οι δικοί τους σε κάποιο συγγενή, που είχε πάει πριν μερικά χρόνια και σίγουρα θα είχε αποκατασταθεί, όπως πίστευαν.
Έτσι και ο Χαραλάμπης 20 χρονώ μαζί με τον αδελφό του που ήταν 18, άκουσαν την απόφαση των γονιών τους, χωρίς αντίρρηση για να ξενιτευτούν, να δουλέψουν και να στέλνουν λεφτά στο σπίτι, γιατί είχαν και δύο αδερφάδες, να παντρέψουν.
Βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν στο λιμάνι του Ηρακλείου, μαζί με πολλούς άλλους, που λαχταρούσαν να φτάσουν στην Αμερική, νομίζοντας ότι το χρήμα, θα είναι στους δρόμους, να το μαζεύουν.
Ξυπόλυτα τα δύο αδέρφια, μόνο με τα παλιόρουχα που φορούσαν, λίγο ψωμοτύρι και δυό ελιές τυλιγμένα στη ασπροκόκκινη υφαντή πετσέτα, μπήκαν στο σαπιοκάραβο, ο ! ένας πάνω στον άλλο, μέχρι να φτάσουν στο λιμάνι του Πειραιά. Από εκεί μπήκαν σε μεγαλύτερο καράβι και συνέχισαν το ταξίδι τους, έχοντας χάσει τις μέρες και το χρόνο. Το φαγητό τελείωσε, κάποιοι πέθαναν από την πείνα και τους πετούσαν στη θάλασσα.
Όταν έφταναν κοντά στη Νέα Υόρκη τους κατέβασαν σε ένα νησάκι και τους εξέτασαν. Όσοι βρέθηκαν άρρωστοι τους έβαλαν ξανά πίσω στο σαπιοκάραβο, για να γυρίσουν στην Ελλάδα και τους άλλους τους άφησαν να συνεχίσουν. Ο Χαραλάμπης με τον αδερφό του ήταν από τους τυχερούς…
Ο αδερφός του πατέρα τους, τους περίμενε εδώ και μέρες και επιτέλους το καράβι είχε φτάσει. Τους είχε βρει ένα δωμάτιο για να μείνουν κοντά στη γειτονιά του, αφού η γυναίκα του δε δεχόταν στο σπίτι της τους φτωχούς συγγενείς του άντρα της.
Ήταν πολύ μεγαλύτερη του, αλλά είχε πολλά λεφτά και της έκανε τα χατίρια.
Ο θείος τους έφερε φαγητό κρυφά από το σπίτι, φρέσκο ψωμί, και καινούργια ρούχα που είχε αγοράσει κι” αυτά κρυφά!
από την σκληρή γυναίκα του, ευτυχώς που είχε πάει στην Καλιφόρνια& nbsp; αυτές τις ημέρες, να δει την άρρωστη μητέρα της και έτσι μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα.
Σε δυο τρεις μέρες τους είπε ο θείος τους, μόλις συνέλθουν από την ταλαιπωρία, θα τους πάει σε ένα μαγαζί να δουλέψουν.
Το εστιατόριο που πήγε να δουλέψει ο Χαραλάμπης με τον αδερφό του, ήταν πολύ μεγάλο και η δουλειά πολύ βαριά.
Δούλευαν πολλοί μέσα και όλοι μετανάστες από διάφορα κράτη της γης και  δυο τρεις Έλληνες που ήταν οι μόνοι που χάρηκαν που συνάντησαν  πατριώτες τους.
Τους ανέθεσαν τη μεταφορά των προϊόντων από την αγορά, τα φόρτωναν σε ένα καρότσι και το έσπρωχναν μέχρι το εστιατόριο, ξεφόρτωναν και πάλι από την αρχή.
Όταν τελείωναν το κουβάλημα, βοηθούσαν στο πλύσιμο των πιάτων, καθάριζαν και σφουγγάριζαν την κουζίνα και πριν τα μεσάνυχτα ήταν στο σπίτι τους, από τις
πέντε το πρωί. Το φαγητό που έτρωγαν, ήταν τα αποφάγια από τους πελάτες που ήταν όλοι πλούσιοι.
Έτσι περνούσε ο καιρός, τα δύο αδέρφια δούλευαν σαν τους σκλάβους και ότι λεφτά! έπαιρναν τα έστελναν στη Κρήτη, στο σπίτι τους.
Τα γράμματα έφταναν από τη μάνα τους πολύ αραιά αφού κανένας στο σπίτι δεν ήξερε να γράφει και έπρεπε να πάει στο δάσκαλο, να της τα γράψει και να της διαβάσει, αυτά που της έστελναν τα αγόρια της.
Αρραβωνιάσανε τη μεγάλη αδερφή, τους έγραφε η μάνα τους, στο τελευταίο γράμμα και προξενεύουνε και τη μικρή.
Από τη μια μεριά χάρηκαν, που τα λεφτά τους έπιασαν τόπο και από την άλλη θα ήθελαν να είναι κοντά στην οικογένεια τους, αυτές τις ευχάριστες στιγμές.
Η επόμενη μέρα ήταν δύσκολη, όπως και τις προηγούμενες. Τα αδέρφια δούλευαν σκληρά και δεν τους ένοιαζε η συμπεριφορά των συναδέλφων τους, που ήταν
πολύ εκνευριστική, ειδικά του Τούρκου μάγειρα που τους προκαλούσε από το πρωί.
Ζήλευε τα ακούραστα Ελληνόπουλα, που ήταν πάντα πρόθυμα, γελαστά και όλο τραγουδούσαν και πάνω απ” όλα ήταν Έλληνες, εχθροί…
Φορτωμένος με ένα δίσκο πιάτα, ήταν ο Χαραλάμπης και όπως πήγαινε να τον αφήσει, πάνω στο νεροχύτη, ο Τούρκος του έβαλε τρικλοποδιά και έπεσε ο δίσκος με τα π ιάτα και ο Χαραλάμπης από πάνω κατακομμένος…
Έτρεξε ο αδερφός του να τον βοηθήσει, ο Τούρκος του δίνει μια κλωτσιά στην κοιλιά και σωριάζεται και εκείνος στο πάτωμα.
Δεν άντεξε ο Χαραλάμπης, σηκώθηκε ματωμένος και όρμισε στον Τούρκο και πάλευαν σα λυσσασμένα σκυλιά. Ξέφυγε ο Τούρκος άρπαξε ένα μεγάλο
μαχαίρι και όρμισε προς το μέρος του Χαραλάμπη, όμως το δρόμο του έκλεισε ο Παμεινώντας που σηκώθηκε και μπήκε στη μέση.
Το μαχαίρι καρφώθηκε στην κοιλιά του…
Ο Τούρκος το έβαλε στα πόδια, οι άλλοι κρύφτηκαν πίσω από τους πάγκους και έμεινε μόνος ο Χαραλάμπης να ουρλιάζει και να ζητά βοήθεια,
για το χτυπημένο αδερφό του…
Οι μόνοι που έτρεξαν ήταν οι συμπατριώτες του, σήκωσαν τον αδερφό του και έτρεξαν εκεί κοντά σε ένα μικρό νοσοκομείο.
Ατελείωτες ώρες στο χειρουργείο ο Παμεινώντας, αν και οι γιατροί τον είχαν ξεγραμμένο, εκείνος βγήκε παλικάρι και μετά από ένα μήνα, ήταν πάλι μια χαρά.
Δουλειά δεν είχαν τώρα, όμως ο Χαραλάμπης βρήκε λεφτά! και πλήρωσε το νοσοκομείο και τα βράδια έφευγε από το σπίτι και γύριζε τα ξημερώματα.
Οι Έλληνες από το εστιατόριο, τους είπαν ότι ο Τούρκος βρέθηκε μαχαιρωμένος και κανείς δε βρέθηκε να τον βοηθήσει. Πέθανε σαν το σκυλί…
Ο Παμεινώντας κοίταξε τον αδερφό του, εκείνος γύρισε το κεφάλι του από την άλλη…
Οι βραδινοί εξόδοι του Χαραλάμπη, συνεχίστηκαν, όμως  ένα βράδυ δε βγήκε  και είπε στον αδερφό του, ότι αποφάσισε να ανοίξουν ένα δικό τους μαγαζί,
για τους Έλληνες και ειδικά για τους Κρητικούς που το έχουν ανάγκη να ξεχνιούνται πότε πότε…
Δεν απάντησε στην ερώτηση του αδερφού του, που θα βρουν τα λεφτά…
Άνοιξαν το μαγαζάκι, που έγινε σύντομα γνωστό και μαζευόταν μερακλήδες που τραγουδούσαν και έπαιζαν μουσικά όργανα μέχρι το πρωί.
Ο Χαραλάμπης αραίωσε τις βραδινές εξόδους, έβγαινε μόνο σαν έπιανε το αυτί του πως έρχεται καράβι από την πατρίδα.
Εκεί στεκόταν στο λιμάνι, για να πάρει μαζί του, αυτούς που δεν είχαν κανένα να του! ς περιμένει, έδινε σε όλους μια δέσμη δολάρια και τους έβρισκε δουλειά.
Φόβος και τρόμος είχε γίνει στους πλούσιους κύκλους, ένας ψηλός αδύνατος άντρας, που σαν αίλουρος τρύπωνε στα πλουσιόσπιτα τους και τους έπαιρνε
τα πολύτιμα δολαριάκια τους, που τα σκορπούσαν στη μεγάλη ζωή που έκαναν, αυτών που δεν είχαν δουλέψει ποτέ, για να τα βγάλουν
και που τα είχαν κερδίσει με απάτες και βρομοδουλειές.
Η αστυνομία τον έψαχνε μα ποτέ δεν τον βρήκε… Και κάποια στιγμή τον έχασαν, σταμάτησε να κλέβει τους πλουσίους… Ο Χαραλάμπης, άνοιξε
και άλλα μαγαζιά, συνέχισε να κατεβαίνει στο λιμάνι και να παίρνει τους πατριώτες τους, να τους βάζει να δουλεύουν στις δικές του δουλειές…
Εκείνη την εποχή σταμάτησαν και οι κλοπές…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΟΤΖΑΚΗ

««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««

Οι μαντινάδες και οι στίχοι που στείλατε με το θέμα, χαρώτο, χαρώ σε κλπ:

Λεώνης Γιάννης (Αθήνα)
Οσά ντο χθές προσπέρασες, παρ! όν και δε θωρρώ σε
ίσως στο μέλλον να φανείς, μα θα “ναι αργά χαρώ σε.

Χατζόπουλος Ι.Δημήτριος (Λείβαδος Ρεθύμνης)
Χαρώ σε για γεράντιση, θα “καμε μέγα κόπο
ο θιος όντεν ορδίνιαζε, τη ζήση των αθρώπω.

Γλυνιαδάκη Δήμητρα (Χανιά)
Να τα χαρώ τα μάθια σου, κάθε που με κοιτούνε
σπίθες πετούν απάνω μου, φωθιές και με κεντούνε.

Λεουνάκης Νεκτάριος (Συρίλι Χανίων)
Κόσμε μικρέ κι” ασήμαντε, από “ξαρχής, χαρώ σε
μεσόστρατα σε λάτρεψα, κι” ως μ” αγαπάς “γαπώ σε.

Σπαντιδάκη Χρυσούλα (Ρέθεμνος)
Ερωτικό μου γιασεμί, χαρώτο τ” άρωμά σου
που μόνο απ’τη μυρωδιά, γνωρίζω σε! , φαντάσου.

Νικηφόρος Νικόλαος (Αξός Μυλοποτάμου Ρέθεμνος)</ b>
Παράξενο μου φαίνεται, πως μου το λες χαρώ σε
εφόσο ζούμε χωριστά κι” αριά και που θωρώ σε.

Σηφάκης Λευτέρης (Αθήνα)
Αμοναχά στη σκέψη μου, συχνά “ρχεσαι, χαρώ σε
απ” όταν έφυγες γι” αλλούκαι δε συχνοθωρώ σε.

Καλλέργης Γ.Κωστής (Λούτρα Ρέθεμνος)
Φωθιά, γυναίκα, θάλασσα, τρία κακά του κόσμου
χαρώ τα “γω που σμίξανε, στα δυό σου μάθια φως μου.

Κνιθάκη Σοφία (Βρύσες Αποκορώνου Χανίων)
Χαρώτα “γω τα μάθια σου, μ” αν είναι και σκοτίδι
τον ήλιο θα συβάσουνε, τη νύχτα ν” ανατείλει.

Γαρεφαλάκης Γιώργης (Άγιος Νικόλαος Λασιθίου)
Χαρώτο “γω το ρόδο μου, μια μυρωδιά τη βγάνει
μα “χει κι” αγκάθια και μπορεί, άνθρωπο να ξεκάνει.

Πυρουνάκης Μιχάλης (Αθήνα)
Χαρώ σε “γώ καμάρι μου,  χαρώ το το κορμί σου
κι” εξόδεψες τη χάρη μου, εσύ κι” η αφορμή σου.

Κιουρτιδάκη Νίκη (Φρατζεσκιανά Μετόχια Ρέθεμνος)
Εγνώρισες μου τη χαρά, χαρώ σε “γω σεβντά μου
με γέλιο αντικατάστησες τ” αναστενάγματά μου.

Αλεβ! υζάκη Ειρήνη (Αλώνες Ρέθεμνος)
Χαρώ τα “γω τα μάθια σου, μικιό μελαχροινό μου
χαλάλι σου απού “χασα, για σένα το καιρό μου.

Λαζάρου Ευγενία (Αθήνα)
Χαρώ σε άντρα μερακλή, που μπήκες στο μπαξέ μου
τέθοιες χαρές στη ζήση μου, δε γνώρισα ποτέ μου.

Κουκλινός Αντώνης (Ασήμι Μονοφατσίου Ηράκλειο)
Α, να χαρώτο πως μπορεί, ετσά χαρά να φέρνει
χαμόγελο στα χείλη μου, το μ-πόνο να μου παίρνει.

Σγουράκης Βασίλης (Παλαιά Ρούματα Χανίων)
Έφυγες κι ή! βρε αφορμή, να με πλαγιάσει ο πόνος
κι” μοναξά μου λέει στ” αυτί, χαρώτο, είσαι μόνος.

Σκουντριδάκης Σήφης (Κουρνάς Αποκορώνου Χανίων)
Ευκολοπόητο να πεις, στο όμορφο, χαρώ σε
μαγκαλοφίλησε τη γρε και πε τση, αγαπώ σε.

Παπαδάκη Κωνσταντίνα (Μεγαλόπολη Αρκαδίας)
Χαρώ σε χαϊδεμένο μου, χιλιοκανακισμένο
που μες στη μέση τση καρδιάς, σ” έχω ζωγραφισμένο.

Σπυριδάκης Μιχάλης (Άγιοι Δέκα Μεσσαράς Ηράκλειο)
Χαρώτο “γω το γέλιο σου, που σα γελάς μοιράζει
χαρά σε όποιο σε θωρρεί και σα ντο θαύμα μοιάζει.

Μπρικάκη Μαρία (Φιλιατρά Μεσσηνίας)
Χαρώ τσι φίλους τσι καλούς κι” αδέρφια “γαπημένα
τα μερακλήδικα κορμιά και τα χαριτωμένα.

Γαριπαντώνης (Νύβριτος Μεσσαράς)
Μάθια γαλαζοπράσινα, χαρώτα άμα με δούνε
σπίθες πετούνε απάνω μου, φωθιές και με κεντούνε.

Ξερουδάκη Μαρία (Ρέθεμνος)
Χαρώτο και χαρώτο μου, χαρώ την τη χαρά μου
που! “ναι απερίγραπτα γι” αυτή, τα συναισθήματα μου.

Αραπλή Βούλα (Ρέθεμνος)
Χαρώτα “γω τα μάτια σου, που λόγια δε μ-πιστεύουν
τα χείλη λένε σε μισώ κι” αυτά πως με λατρεύουν.

Φανουράκης Ηλίας (Άγιοι Δέκα Μεσσαράς Ηρακλείου)
Για να χαρώ καμμιά φορά, κάνω το θεατρίνο
δήθεν το μ-πόνο μου αλλού, παίρνω και το ναι δίνω.

Σκυβάλου Κορνάρου Κατερίνα (Μουρτζανά Μυλοποτάμου Ρέθεμνος)
Χαρώτο νε το ν-ρόπο σου και τη κορμοστασά σου
στο καλντερίμι σα θα βγεις, ζαβώνει η ομορφιά σου.

Σπαντιδάκης Γιώργης (Αθήνα)
Χέρα π” απλώνεται η ζωή, κι” ότι σ” αρέσει, δώσε
και θέλω μόνο μια χαρά, μοίρα μου ω χαρώ σε.

Μουλουδάκης Γιώργης (Αλόιδες Μυλοποτάμου Ρέθεμνος)
Ένα φιλί τζη μ” όρεξη, να μου “δινε χαρώτο
το “χω καλιά από ευρώ, να κέρδιζα στο πρότο.

Ζουρμπάκης Γιώργος (Ρέθεμνος)
Έφυγες κ” όμως τη γ-καρδιά, τη γ-κυβερνάς χαρώτο
του γυρισμού σου τ” όνειρο, κάθε βραδιά, θωρρώ το.

Βοτζάκη Κατερίνα (Ρέθεμνος)
Μοίρα μου απού με “μαθες να μάχομαι, να χάνω
είς΄αφορμή που βρέθηκα στη ν-τρούλα τω βασάνω.



Αναδημοσιευσα Απο Ρεθεμνος