Καλώς Ήρθατε,

Ads 468x60px

Το νυφοπάζαρο του Λευτέρη,



   

Της Κατερίνας Βοτζάκη,

Μετά το πάθημα του ο Λευτέρης, ο ρημαδόρος του χωριού, δεν πολυφαινόταν στην πιάτσα.
Εξη μήνες είχαν περάσει και ακόμα ντρεπόταν να κοιτάξει στα μάτια, τους χωριανούς του.
Είχε να κοροϊδέψει καταστάσεις πολύ καιρό γιατί τα δικά του χάλια ήταν χειρότερα, τα είχε κάνει σαλάτα.
Οι φίλοι του δεν του έδιναν αέρα κάθε φορά που πήγαινε να πάρει τα πάνω του, του θύμιζαν τι είχε πάθει αυτός και έτσι κάθιζε στα αυγά του…
Πολύ γέλιο έπαιφτε στο καφενείο, όταν συζητούσαν για το πάθημα του Λευτέρη, και για το παντέρμο το μουστάκι που το θυσίασε στο βωμό της αγάπης…
-Θυμάστε μωρέ κοπέλια, που κόντεψε να του κάνουμε και μνημόσυνο και αυτός ο αθεόφοβος, το γλένταγε με τη Ρωσσίδα;
-Πρέπει να του κάμουνε ένα χουνέρι, Νικολή, που να το θυμάται χρόνους, ο κερατάς…
-Και σα ν-ήντα να του κάμουμε μωρέ, Μανόλη;
-Κάτι θα σκεφτούμε, που θα το φυσσά και δε θα κρυγιώνει…
Ρίχνανε ιδέες στο τραπέζι, ανάμεσσα στις ξερές και στις κολτσίνες, μα το διαμάντι ήρθε από το στόμα του Μάρκου…
-Μπρε σεις κοπέλια τη Κατεργιά από το περαχώρι την κατέτε ούλοι σας…
-Ε και κατέμε τη κι” ήντα μ” αυτό;
-Θα τονε παντρέψουμε…
-Με ποια μωρέ Μαρκουλιό, σάμε ογδόντα χρονώ θα ν-είνα…
- Ε και, πλάκα θα σπάσουμε, θα τονε κάνουμε θέλει να τρυπώξει σα ντο χοχλιό για άλλους έξε μήνες…
Αυτό ήτανε, το σχέδιο άρχισε να καταστρώνεται και έπρεπε να πάνε να βρούνε και την Κατεργιά, που της αρέσανε και εκείνης οι πλάκες, να την βάλουνε στο κόλπο.
Η Κατεργιά άλλο που δεν ήθελε, του είχε και αμάχι μια που πολλές φορές την είχε κοροϊδέψει κι” εκείνη στο παρελθόν…
Σοβαροί, σοβαροί, ανακοινώσανε το νέο του Λευτέρη, πως στο περαχώρι είναι μια καλή νύφη, αφράτη και ροδομάγουλη, σε ηλικία γάμου, και
έστελε προξενητή στο καφενείο, να του το πούνε…
-Και ποια ν-είναι μωρέ κοπέλια, θα τηνε κατέω αφού είναι από το περαχώρι…
-Δε σου λέμενε Λευτέρη, ήντα δε μας  έεις μπιστοσύνη;
Μια εβδομάδα  καλοπιάνανε το γαμπρό να συμφωνήσει με την ιδέα του γάμου, από τη μια ήθελε μα απότην άλλη κάτι του βρώμιε στη υπόθεση.
Με τα πολλά, τον καταφέρανε και Σαββάτο βράδυ τονε πήρανε, ντυμένο, στολισμένο, να πάνε να γνωρίσει τη νύφη…
Όταν φτάσανε έξω από το σπίτι της νύφης, κρυγιός ιδρώτας τον έλουσε..
-Που με πάτε αθεόφοβοι, επαέ δε μένει η Κατεργιά;
-Και ήντα θέλες μωρέ Λευτέρη, η Κατεργιά είνα χωριανή μας και απ” ότι λέει ο κόσμος είναι και παρθένα…ποια θα σε πάρει εδά εσένα και σου έχει βγει και τ΄όνομα;
-Ήντα όνομα μωρέ, ήντα κουζουλάδες μου τσαμπουνάτε, ετροζαθήκατε;
Πείσμωσε ο Λευτέρης σαν ντο μπεγίρι και δεν τον κουνούσε ούτε γερανός από εκεί που στεκόταν…
-Λευτέρη άσε τα πείσματα και η κοπελιά περιμένει, άντε γιατί δεν έχει και πολύ χρόνο μπροστά τση, να χαρεί λιγάκι η κακομοίρα…
Η Κατεργιά που όλη την ώρα ήτανε πίσω από το παραθύρι και έβλεπε όλη τη σκηνή, σκασμένη στα γέλια και αφού κατάλαβε πως ο Λευτέρης, δεν είχε σκοπό να μπει μέσα,
αποφάσισε να κάμει άλλο σχέδιο.
Έβαλε το νυφικό, από την εποχή της μάνας της, που το είχε απλώμένο στον καναπέ για να κάμει πλάκα του Λευτέρη και βγήκε έξω…
Τη θωρρεί ο Λευτέρης και έβαλε την όπισθεν, μα δεν πρόλαβε, τον βούτηξαν οι άλλοι, μέχρι που η Κατεργιά εστάθηκε μπροστά του, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά…
-Αντράκι μου, πόσους χρόνους περιμένω ετούτηνε τη στιγμή, που θα σε βάλω στσι δροσερές μου αγκάλες…πάμε μέσα και μα σε περιμένει ο παπα- Γιώργης να μα σε ευλοήσει…
-Όι όι Κατεργιά συμπάθαμε, μα δε γίνεται ετούτονε το πράμα απού μου λέτε…και έχασε το κόσμο από τα μάθια του…και ξαπλώθηκε φαρδύς, πλατύς στο χώμα…
Αέρα του κάνανε να συνέλθει, είδανε και πάθανε να τον συνεφέρουν και πάνω που άρχισε να βλέπει ήλιου φως, σηκώνει τη φουστάνα, πάνω από την κεφαλή του,
η διαολοκατεργιά και του έκανε αέρα…
Γουρλώνει τα μάτια του ο Λευτέρης, θωρρεί τη βρακούλα που έδενε στα γόνατα με ροζ φιογκάκια, πάνω στη μούρη του και ξαναξεράθηκε στο χώμα…

Οι μαντινάδες και οι στίχοι που στείλατε με τη λέξη, υγειά:

Πυρουνάκης Μιχάλης (Αθήνα)
Σα ντη ν-υγειά μου θησαυρό, άλλο μαθές δε ν-έχω
μόνο τσ” αγάπη σου να “βρώ, πιότερο θα προσέχω.

Βεργετάκη Κατερίνα (Βόλος)
Μίσεψες κι όμως πεθυμώ, να έχεις την υγειά σου
κι ας μ” έχεις κάνει άρρωστο, μ” όλα τα σφάλματά σου.

Λεουνάκης Νεκτάριος (Συρίλι Χανιά)
Παλεύεις γη και θάλασσα, που θα βρεθεί μπροστά σου
κι” αντισκαρώνεις του καιρού, σαν έχεις την υγειά σου.

Σκουντριδάκης Σήφης (Κουρνάς Αποκορώνου Χανιά)
Απού μας πήραν την υγειά, να βγάλουνε καρβούνι
και να θωρρού να σκιάζουντε, το χαμομεληγκούνι.

Χατζόπουλος Ι.Δημήτριος (Λείβαδος Ρεθύμνης)
Ριάλια έχω και φλουριά και την υγειά μ” ομάδι
μα σε δε σ” έχω κοπελιά και βρίχνομαι στον άδη.

Γλυνιαδάκη Δήμητρα (Χανιά)
Δε σου γυρεύω μοίρα μου, πλούτη και μεγαλεία
μόνο να έχω πάντα μου, καλή καρδιά κι” υγεία.

Κυδωνάκη Ελένη (Αμάρι Ρέθεμνος)
Οτι “καμες σε συχωρώ, επιλογή δικιά σου
φύγε δε σ” εύκομαι κακό, μα να “χεις την υγειά σου.

Πλεμένος Γιώργος – Μαυρόλυκος (Αγιά Μυλοποτάμου Ρέθεμνος)
Να μην ρεχτείς τση θυσαυρούς, που θα βρεθούν μπροστά σου
για δεν αξίζουν στην ζωή, όσο και η υγειά σου.

Τρουλινός Νίκος ( Ρέθεμνος)
Να “ξερες πως σ” αναζητώ, οντε βρεθώ μακρυά σου
που ακόμα και νερό να πιω, το πίνω στην υγειά σου.

Μπακιρτζής Δημήτρης – Τζανοδημήτρης (Πεμόνια Αποκορώνου Χανιά)
Ούλου του κόσμου τα κάλα, να “χεις ποθώ και “ξα σου
μα παν” απ” ούλα σου “φχομαι, να έχεις την υγειά σου.

Κουκλινός Αντώνης (Ασήμι Μονοφατσίου Ηράκλειο)
Αξία έχει ν” αγαπάς, μα να “χεις την υγειά σου
είναι το σπουδαιότερο, και τη σεμνότητά σου.
Χατζηστεφανή Μαρία (Ρόδος)
Όλο το γ-κόσμο γύρισα, για να “βρω την υγειά μου
μα εσύ κρατείς στα χέρια σου, τον πόνο τση καρδιάς μου.

Σγουράκης Βασίλης (Παλιά Ρούματα Χανιά)
Μιλείς για σπίθια, για λεφτά και πλερωμές του κόπου
μα τι “ναι πιο πολύτιμο, απ την υγειά τ” αθρώπου.

Σηφάκης Γιώργης -Σιμισακογιώργης (Ρέθεμνος)
Δυστυχισμένος μια ζωή, όποιος ζηλεύει θα “ναι
γι” αυτό ν” ανάβει ένα κερί, με την υγειά του να “ναι.

Μουλουδάκης Γιάννης (Αθήνα)
Ακάλεστος εβρέθηκα οψάργας στη χαρά σου
και “βάστου μαρουβά κρασί, να πιούμε στην υγειά σου.

Κιουρτσιδάκη Νίκη (Φρατζεσκιανά Μετόχια Ρέθεμνος)
Στα άψυχα και στα υλικά, δίνουμε σημασία
μα το πολύτιμο αγαθό τ” αθρώπου ειν” η υγεία.

Σηφάκης Λευτέρης (Αθήνα)
Κάθε λογιώ εμπόδια, στένουν σαφή, μπροστά μας
κι” ένα στερνό απόμεινε να “χουμε την υγειά μας.

Πολιτάκη Χαρούλα (Κάλυβος Μυλοποτάμου Ρέθεμνος)
Θε μου που στέκεις δίπλα μας, στη κάθε συμφορά μας
βοήθα στις κακοτοπιές, να “χουμε την υγειά μας.

Καλλέργης Γ. Κωστής -Κ.Ι.Γ.Κ (Λούτρα Ρέθεμνος)
Εικόνα κάθε σπιτικό, έχει την Παναγιά μας
μα κι” ένα κρασοβάρελο, άντεστε στην υγειά μας.

Μυντιλάκη Μαρία (Χανιά)
Άνθρωπος απου εζησε και είχε την υγειά του
μήτε χαρά στερήθηκε, μήτε τα γηρατειά του.

Λεώνης Γιάννης (Αθήνα)
Για την υγειά μου γιατρικό, σώνει με πριν “ποκάμω
απ” τω χειλιώ τζη , δυό σταλλές, βάρσαμο τω βαρσάμω.

Σπυριδάκης Μιχάλης (Άγιοι Δέκα Μεσσαράς Ηράκλειο)
Το πόσο η υγεία μας αξίζει, να ρωτάτε
τον άθρωπο που στη ζωή, με χάπια συντηράτε.

Πολιτάκης Μανόλης (Μπαλί Ηράκλειο)
Σ’όλο τον κόσμο εύχομαι υγεία πρώτα απ” όλα
κι” ας ήρθαν τα μνημόνια και μας τα πήραν όλα.

Φανουράκης Ηλίας (Άγιοι Δέκα Μεσσαράς Ηράκλειο)
Πεζός και αξυπόλυτος τα μαναστήργια πιάνω
κι” ένα σωρό τασίματα, για την υγειά μου κάνω.

Παπαδάκη Κωνσταντίνα (Μεγαλόπολη Αρκαδίας)
“Ηντα αξία θα “χουνε, άθρωπε για στοχάσου
ανέ “ποχτήσεις θησαυρούς και χάσεις την υγειά σου.

Βαρδιδάκη Ελένη (Αλώνες Ρέθεμνος)
Χωρίσαμε ομως εγώ, να έρθεις περιμένω
είμαι σωματικά υγειής, μα ψυχικά ποθαίνω.

Βαρδιδάκη Ειρήνη (Αλώνες Ρέθεμνος)
Πριν κοιμηθώ παρακαλώ, ένα την Παναγία
σ” όλους εκείνους π” αγαπώ να τους χαρίζει υγεία.

Αλεβυζάκη Ειρήνη (Αλώνες Ρέθεμνος)
Σου εύχομαι να “σαι καλά και να “χεις την υγειά σου
τώρα θα ζούμε χωριστά και κοίτα τη δουλειά σου.

Γαριπαντώνης (Νύβριτος Μεσσαράς Ηράκλειο)
Έχω υγεία και χαρές, σα βρίχνομαι κοντά σου
και να κοιμούμαι καθ” αργά, μέσα στην αγκαλιά σου.

Λίτσας – Πρικάκη Μαρία (Φιλιατρά Μεσσηνίας)
Επήγαινε το δώδεκα κι” ήρθε το δεκατρία
να φέρει ανακούφιση, εύχομαι και υγεία.

Βοτζάκη Κατερίνα (Ρέθεμνος)
Υγειά, αξιοπρέπεια, τιμή κι” υπερηφάνεια
αυτά σε κάνουν βασιλιά, στη γη και στα ουράνια.


Αναδημοσιευσα Απο Ρεθεμνος

1 σχόλια:

GrEeCeLaNdS GrandGreece είπε...

Καλως Ηρθες, Καλημερα! η επιθυμια σου διαταγη!